はっせい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκφορά λόγου, ομιλία, φωνήση
  2. 02 καθοδήγηση ομάδας ατόμων (σε επευφημίες, τραγούδι, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
発声する
Παρόν (ευγενικό)
発声します
Άρνηση (απλή)
発声しない
Άρνηση (ευγενική)
発声しません
Παρελθόν (απλό)
発声した
Παρελθόν (ευγενικό)
発声しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
発声しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
発声しませんでした
Τε-μορφή
発声して
Δυνητική
発声できる
Προστακτική
発声しろ
Βουλητική
発声しよう
Υποθετική (ば)
発声すれば