発声
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εκφορά λόγου, ομιλία, φωνήση
- 02 καθοδήγηση ομάδας ατόμων (σε επευφημίες, τραγούδι, κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 発声する
- Παρόν (ευγενικό)
- 発声します
- Άρνηση (απλή)
- 発声しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 発声しません
- Παρελθόν (απλό)
- 発声した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 発声しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 発声しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 発声しませんでした
- Τε-μορφή
- 発声して
- Δυνητική
- 発声できる
- Προστακτική
- 発声しろ
- Βουλητική
- 発声しよう
- Υποθετική (ば)
- 発声すれば
- Υποθετική (たら)
- 発声したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 発声したい
- Απαγορευτική (~な)
- 発声するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 発声しなさい
- Παθητική
- 発声される
- Αιτιατική
- 発声させる