はっくつ調ちょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανασκαφική έρευνα (συνήθως αρχαιολογική), ανασκαφή

Κλίση

Παρόν (απλό)
発掘調査する
Παρόν (ευγενικό)
発掘調査します
Άρνηση (απλή)
発掘調査しない
Άρνηση (ευγενική)
発掘調査しません
Παρελθόν (απλό)
発掘調査した
Παρελθόν (ευγενικό)
発掘調査しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
発掘調査しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
発掘調査しませんでした
Τε-μορφή
発掘調査して
Δυνητική
発掘調査できる
Προστακτική
発掘調査しろ
Βουλητική
発掘調査しよう
Υποθετική (ば)
発掘調査すれば