はつあん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισήγηση, πρόταση, ιδέα
  2. 02 κατάθεση (νομοσχεδίου), πρόταση, κίνηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
発案する
Παρόν (ευγενικό)
発案します
Άρνηση (απλή)
発案しない
Άρνηση (ευγενική)
発案しません
Παρελθόν (απλό)
発案した
Παρελθόν (ευγενικό)
発案しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
発案しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
発案しませんでした
Τε-μορφή
発案して
Δυνητική
発案できる
Προστακτική
発案しろ
Βουλητική
発案しよう
Υποθετική (ば)
発案すれば