はっ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανάφλεξη, καύση, εκδήλωση πυρκαγιάς
  2. 02 πυροδότηση άσφαιρου φυσιγγίου, εκπυρσοκρότηση όπλου χωρίς σφαίρες
  3. 03 πυροδότηση (ενός γεγονότος), ενεργοποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
発火する
Παρόν (ευγενικό)
発火します
Άρνηση (απλή)
発火しない
Άρνηση (ευγενική)
発火しません
Παρελθόν (απλό)
発火した
Παρελθόν (ευγενικό)
発火しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
発火しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
発火しませんでした
Τε-μορφή
発火して
Δυνητική
発火できる
Προστακτική
発火しろ
Βουλητική
発火しよう
Υποθετική (ば)
発火すれば