発現
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποκάλυψη, εκδήλωση, εμφάνιση
- 02 έκφραση (π.χ. στη μοριακή βιολογία, έκφραση πρωτεΐνης ή γονιδιακή έκφραση)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 発現する
- Παρόν (ευγενικό)
- 発現します
- Άρνηση (απλή)
- 発現しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 発現しません
- Παρελθόν (απλό)
- 発現した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 発現しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 発現しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 発現しませんでした
- Τε-μορφή
- 発現して
- Δυνητική
- 発現できる
- Προστακτική
- 発現しろ
- Βουλητική
- 発現しよう
- Υποθετική (ば)
- 発現すれば
- Υποθετική (たら)
- 発現したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 発現したい
- Απαγορευτική (~な)
- 発現するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 発現しなさい
- Παθητική
- 発現される
- Αιτιατική
- 発現させる