発破ハッパをかける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα πυροδοτώ εκρηκτικό
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα βάζω τις φωνές σε κάποιον, παρακινώ κάποιον με σκληρά λόγια

Κλίση

Παρόν (απλό)
発破をかける
Παρόν (ευγενικό)
発破をかけます
Άρνηση (απλή)
発破をかけない
Άρνηση (ευγενική)
発破をかけません
Παρελθόν (απλό)
発破をかけた
Παρελθόν (ευγενικό)
発破をかけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
発破をかけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
発破をかけませんでした
Τε-μορφή
発破をかけて
Δυνητική
発破をかけられる
Προστακτική
発破をかけろ
Βουλητική
発破をかけよう
Υποθετική (ば)
発破をかければ