はっしょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προέλευση, απαρχή
  2. 02 αρχαϊκό εμφάνιση ευοίωνου οιωνού για τη λήψη θεϊκής εντολής ανάληψης της αυτοκρατορικής εξουσίας
  3. 03 αρχαϊκό γέννηση αυτοκράτορα ή των προγόνων του

Κλίση

Παρόν (απλό)
発祥する
Παρόν (ευγενικό)
発祥します
Άρνηση (απλή)
発祥しない
Άρνηση (ευγενική)
発祥しません
Παρελθόν (απλό)
発祥した
Παρελθόν (ευγενικό)
発祥しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
発祥しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
発祥しませんでした
Τε-μορφή
発祥して
Δυνητική
発祥できる
Προστακτική
発祥しろ
Βουλητική
発祥しよう
Υποθετική (ば)
発祥すれば