発はっ行こう

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έκδοση, δημοσίευση (εφημερίδας, περιοδικού, βιβλίου κ.λπ.), τεύχος
  2. 02 έκδοση (χαρτονομισμάτων, ομολόγων, διαβατηρίου κ.λπ.)
  3. 03 διοργάνωση, οργάνωση (μιας εκδήλωσης)

Παραδείγματα

  • 新あたらしい切手きってが発行はっこうされます。

    Θα κυκλοφορήσουν νέα γραμματόσημα.

  • この雑誌ざっしは毎月まいつき発行はっこうされています。

    Αυτό το περιοδικό εκδίδεται κάθε μήνα.

  • 新あたらしい法律ほうりつにより、住民票じゅうみんひょうの発行はっこう手続てつづきが簡素化かんそかされました。

    Λόγω του νέου νόμου, η διαδικασία έκδοσης πιστοποιητικών κατοικίας απλοποιήθηκε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
発行する
Παρόν (ευγενικό)
発行します
Άρνηση (απλή)
発行しない
Άρνηση (ευγενική)
発行しません
Παρελθόν (απλό)
発行した
Παρελθόν (ευγενικό)
発行しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
発行しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
発行しませんでした
Τε-μορφή
発行して
Δυνητική
発行できる
Προστακτική
発行しろ
Βουλητική
発行しよう
Υποθετική (ば)
発行すれば