ほっ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προέλευση, σύλληψη ιδέας, έναρξη, πρωτοβουλία, πρόταση
  2. 02 πνευματική αφύπνιση, απόφαση

Κλίση

Παρόν (απλό)
発起する
Παρόν (ευγενικό)
発起します
Άρνηση (απλή)
発起しない
Άρνηση (ευγενική)
発起しません
Παρελθόν (απλό)
発起した
Παρελθόν (ευγενικό)
発起しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
発起しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
発起しませんでした
Τε-μορφή
発起して
Δυνητική
発起できる
Προστακτική
発起しろ
Βουλητική
発起しよう
Υποθετική (ば)
発起すれば