はっしゃ

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναχώρηση (τρένου, αυτοκινήτου, κ.λπ.), εκκίνηση, αποχώρηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
発車する
Παρόν (ευγενικό)
発車します
Άρνηση (απλή)
発車しない
Άρνηση (ευγενική)
発車しません
Παρελθόν (απλό)
発車した
Παρελθόν (ευγενικό)
発車しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
発車しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
発車しませんでした
Τε-μορφή
発車して
Δυνητική
発車できる
Προστακτική
発車しろ
Βουλητική
発車しよう
Υποθετική (ば)
発車すれば