ほっとう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: はつがしら

  1. 01 προέλευση, προαγωγή
  2. 02 ιδρυτής, προαγωγέας

Κλίση

Παρόν (απλό)
発頭する
Παρόν (ευγενικό)
発頭します
Άρνηση (απλή)
発頭しない
Άρνηση (ευγενική)
発頭しません
Παρελθόν (απλό)
発頭した
Παρελθόν (ευγενικό)
発頭しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
発頭しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
発頭しませんでした
Τε-μορφή
発頭して
Δυνητική
発頭できる
Προστακτική
発頭しろ
Βουλητική
発頭しよう
Υποθετική (ば)
発頭すれば