じょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρουσία σε κάστρο

Κλίση

Παρόν (απλό)
登城する
Παρόν (ευγενικό)
登城します
Άρνηση (απλή)
登城しない
Άρνηση (ευγενική)
登城しません
Παρελθόν (απλό)
登城した
Παρελθόν (ευγενικό)
登城しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
登城しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
登城しませんでした
Τε-μορφή
登城して
Δυνητική
登城できる
Προστακτική
登城しろ
Βουλητική
登城しよう
Υποθετική (ば)
登城すれば