登庁
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μετάβαση στην υπηρεσία, πηγαίνω στη δουλειά (για κυβερνητικό αξιωματούχο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 登庁する
- Παρόν (ευγενικό)
- 登庁します
- Άρνηση (απλή)
- 登庁しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 登庁しません
- Παρελθόν (απλό)
- 登庁した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 登庁しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 登庁しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 登庁しませんでした
- Τε-μορφή
- 登庁して
- Δυνητική
- 登庁できる
- Προστακτική
- 登庁しろ
- Βουλητική
- 登庁しよう
- Υποθετική (ば)
- 登庁すれば
- Υποθετική (たら)
- 登庁したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 登庁したい
- Απαγορευτική (~な)
- 登庁するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 登庁しなさい
- Παθητική
- 登庁される
- Αιτιατική
- 登庁させる