登板
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανάληψη θέσης ρίπτη, συμμετοχή ως ρίπτης σε αγώνα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 登板する
- Παρόν (ευγενικό)
- 登板します
- Άρνηση (απλή)
- 登板しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 登板しません
- Παρελθόν (απλό)
- 登板した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 登板しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 登板しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 登板しませんでした
- Τε-μορφή
- 登板して
- Δυνητική
- 登板できる
- Προστακτική
- 登板しろ
- Βουλητική
- 登板しよう
- Υποθετική (ば)
- 登板すれば
- Υποθετική (たら)
- 登板したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 登板したい
- Απαγορευτική (~な)
- 登板するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 登板しなさい
- Παθητική
- 登板される
- Αιτιατική
- 登板させる