とうろう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανάβαση σε πύργο, ανέβασμα σε ψηλό κτήριο
  2. 02 επίσκεψη σε οίκο ανοχής

Κλίση

Παρόν (απλό)
登楼する
Παρόν (ευγενικό)
登楼します
Άρνηση (απλή)
登楼しない
Άρνηση (ευγενική)
登楼しません
Παρελθόν (απλό)
登楼した
Παρελθόν (ευγενικό)
登楼しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
登楼しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
登楼しませんでした
Τε-μορφή
登楼して
Δυνητική
登楼できる
Προστακτική
登楼しろ
Βουλητική
登楼しよう
Υποθετική (ば)
登楼すれば