登第
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επιτυχία σε εξετάσεις
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 登第する
- Παρόν (ευγενικό)
- 登第します
- Άρνηση (απλή)
- 登第しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 登第しません
- Παρελθόν (απλό)
- 登第した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 登第しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 登第しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 登第しませんでした
- Τε-μορφή
- 登第して
- Δυνητική
- 登第できる
- Προστακτική
- 登第しろ
- Βουλητική
- 登第しよう
- Υποθετική (ば)
- 登第すれば
- Υποθετική (たら)
- 登第したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 登第したい
- Απαγορευτική (~な)
- 登第するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 登第しなさい
- Παθητική
- 登第される
- Αιτιατική
- 登第させる