登院
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παρουσία στη Βουλή, συμμετοχή σε συνεδρίαση του Κοινοβουλίου
- 02 φοίτηση σε ακαδημία (τεχνών κ.λπ.), φοίτηση σε ακαδημαϊκό ίδρυμα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 登院する
- Παρόν (ευγενικό)
- 登院します
- Άρνηση (απλή)
- 登院しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 登院しません
- Παρελθόν (απλό)
- 登院した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 登院しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 登院しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 登院しませんでした
- Τε-μορφή
- 登院して
- Δυνητική
- 登院できる
- Προστακτική
- 登院しろ
- Βουλητική
- 登院しよう
- Υποθετική (ば)
- 登院すれば
- Υποθετική (たら)
- 登院したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 登院したい
- Απαγορευτική (~な)
- 登院するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 登院しなさい
- Παθητική
- 登院される
- Αιτιατική
- 登院させる