白々しい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ξεδιάντροπος (π.χ. ψέμα), ολοφάνερος (ανειλικρίνεια), προφανής, αναιδής, κούφιος (κομπλιμέντο)
- 02 με προσποιητή άγνοια, υποκριτικός
- 03 κατάλευκος, πεντακάθαρος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 白々しい
- Παρόν (ευγενικό)
- 白々しいです
- Άρνηση (απλή)
- 白々しくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 白々しくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 白々しかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 白々しかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 白々しくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 白々しくなかったです
- Τε-μορφή
- 白々しくて
- Υποθετική (ば)
- 白々しければ
- Υποθετική (たら)
- 白々しかったら