しらける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα χαλώ (για τη διάθεση, το ενδιαφέρον κ.λπ.), χαλάει η ατμόσφαιρα, γίνομαι απόμακρος, κατσουφιάζω, χάνω το ενδιαφέρον μου, βαριέμαι, γίνομαι αδιάφορος
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ασπρίζω, ξεθωριάζω (προς το λευκό), φέγγω (κατά το ξημέρωμα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
白ける
Παρόν (ευγενικό)
白けます
Άρνηση (απλή)
白けない
Άρνηση (ευγενική)
白けません
Παρελθόν (απλό)
白けた
Παρελθόν (ευγενικό)
白けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
白けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
白けませんでした
Τε-μορφή
白けて
Δυνητική
白けられる
Προστακτική
白けろ
Βουλητική
白けよう
Υποθετική (ば)
白ければ