はくねつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λευκή θέρμη, πυράκτωση, (εκπομπή) λευκού φωτός, λευκή λάμψη
  2. 02 εξαψή, θέρμανση (π.χ. μιας συζήτησης), κορύφωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
白熱する
Παρόν (ευγενικό)
白熱します
Άρνηση (απλή)
白熱しない
Άρνηση (ευγενική)
白熱しません
Παρελθόν (απλό)
白熱した
Παρελθόν (ευγενικό)
白熱しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
白熱しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
白熱しませんでした
Τε-μορφή
白熱して
Δυνητική
白熱できる
Προστακτική
白熱しろ
Βουλητική
白熱しよう
Υποθετική (ば)
白熱すれば