はくぎょくろうちゅうひととなる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός αρχαϊκό πεθαίνω (αναφορικά με ποιητή, καλλιτέχνη κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
白玉楼中の人となる
Παρόν (ευγενικό)
白玉楼中の人となります
Άρνηση (απλή)
白玉楼中の人とならない
Άρνηση (ευγενική)
白玉楼中の人となりません
Παρελθόν (απλό)
白玉楼中の人となった
Παρελθόν (ευγενικό)
白玉楼中の人となりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
白玉楼中の人とならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
白玉楼中の人となりませんでした
Τε-μορφή
白玉楼中の人となって
Δυνητική
白玉楼中の人となれる
Προστακτική
白玉楼中の人となれ
Βουλητική
白玉楼中の人となろう
Υποθετική (ば)
白玉楼中の人となれば