しら

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός επιλέγομαι (ανάμεσα σε πολλούς)

Κλίση

Παρόν (απλό)
白羽の矢が立つ
Παρόν (ευγενικό)
白羽の矢が立ちます
Άρνηση (απλή)
白羽の矢が立たない
Άρνηση (ευγενική)
白羽の矢が立ちません
Παρελθόν (απλό)
白羽の矢が立った
Παρελθόν (ευγενικό)
白羽の矢が立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
白羽の矢が立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
白羽の矢が立ちませんでした
Τε-μορφή
白羽の矢が立って
Δυνητική
白羽の矢が立てる
Προστακτική
白羽の矢が立て
Βουλητική
白羽の矢が立とう
Υποθετική (ば)
白羽の矢が立てば