しらてる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός επιλέγω κάποιον από πολλούς, διαλέγω κάποιον ανάμεσα σε πολλούς

Κλίση

Παρόν (απλό)
白羽の矢を立てる
Παρόν (ευγενικό)
白羽の矢を立てます
Άρνηση (απλή)
白羽の矢を立てない
Άρνηση (ευγενική)
白羽の矢を立てません
Παρελθόν (απλό)
白羽の矢を立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
白羽の矢を立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
白羽の矢を立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
白羽の矢を立てませんでした
Τε-μορφή
白羽の矢を立てて
Δυνητική
白羽の矢を立てられる
Προστακτική
白羽の矢を立てろ
Βουλητική
白羽の矢を立てよう
Υποθετική (ば)
白羽の矢を立てれば