ひゃっゆず

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραχωρώ ότι έχω εξ ολοκλήρου άδικο (για χάρη της επιχειρηματολογίας)

Κλίση

Παρόν (απλό)
百歩譲る
Παρόν (ευγενικό)
百歩譲ります
Άρνηση (απλή)
百歩譲らない
Άρνηση (ευγενική)
百歩譲りません
Παρελθόν (απλό)
百歩譲った
Παρελθόν (ευγενικό)
百歩譲りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
百歩譲らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
百歩譲りませんでした
Τε-μορφή
百歩譲って
Δυνητική
百歩譲れる
Προστακτική
百歩譲れ
Βουλητική
百歩譲ろう
Υποθετική (ば)
百歩譲れば