百舌もずはやにえ

άλλο, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα θηρεύματα του αετομάχου που ανασκολοπίζονται σε κλαδιά, αγκάθια κ.λπ. για μεταγενέστερη κατανάλωση