まと

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη είμαι εύστοχος, είμαι εύστοχος στην ουσία

Κλίση

Παρόν (απλό)
的を得る
Παρόν (ευγενικό)
的を得ます
Άρνηση (απλή)
的を得ない
Άρνηση (ευγενική)
的を得ません
Παρελθόν (απλό)
的を得た
Παρελθόν (ευγενικό)
的を得ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
的を得なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
的を得ませんでした
Τε-μορφή
的を得て
Δυνητική
的を得られる
Προστακτική
的を得ろ
Βουλητική
的を得よう
Υποθετική (ば)
的を得れば