的を絞る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εστιάζω, περιορίζω το εύρος, στοχεύω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 的を絞る
- Παρόν (ευγενικό)
- 的を絞ります
- Άρνηση (απλή)
- 的を絞らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 的を絞りません
- Παρελθόν (απλό)
- 的を絞った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 的を絞りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 的を絞らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 的を絞りませんでした
- Τε-μορφή
- 的を絞って
- Δυνητική
- 的を絞れる
- Προστακτική
- 的を絞れ
- Βουλητική
- 的を絞ろう
- Υποθετική (ば)
- 的を絞れば
- Υποθετική (たら)
- 的を絞ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 的を絞りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 的を絞るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 的を絞りなさい
- Παθητική
- 的を絞られる
- Αιτιατική
- 的を絞らせる