的を逸れる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αστοχώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 的を逸れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 的を逸れます
- Άρνηση (απλή)
- 的を逸れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 的を逸れません
- Παρελθόν (απλό)
- 的を逸れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 的を逸れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 的を逸れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 的を逸れませんでした
- Τε-μορφή
- 的を逸れて
- Δυνητική
- 的を逸れられる
- Προστακτική
- 的を逸れろ
- Βουλητική
- 的を逸れよう
- Υποθετική (ば)
- 的を逸れれば
- Υποθετική (たら)
- 的を逸れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 的を逸れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 的を逸れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 的を逸れなさい
- Παθητική
- 的を逸れられる
- Αιτιατική
- 的を逸れさせる