かいさい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ολοσχερής εξόφληση, διακανονισμός χρέους

Κλίση

Παρόν (απλό)
皆済する
Παρόν (ευγενικό)
皆済します
Άρνηση (απλή)
皆済しない
Άρνηση (ευγενική)
皆済しません
Παρελθόν (απλό)
皆済した
Παρελθόν (ευγενικό)
皆済しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
皆済しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
皆済しませんでした
Τε-μορφή
皆済して
Δυνητική
皆済できる
Προστακτική
皆済しろ
Βουλητική
皆済しよう
Υποθετική (ば)
皆済すれば