こうみん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετατροπή πληθυσμού σε υπηκόους του αυτοκράτορα, αυτοκρατοριοποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
皇民化する
Παρόν (ευγενικό)
皇民化します
Άρνηση (απλή)
皇民化しない
Άρνηση (ευγενική)
皇民化しません
Παρελθόν (απλό)
皇民化した
Παρελθόν (ευγενικό)
皇民化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
皇民化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
皇民化しませんでした
Τε-μορφή
皇民化して
Δυνητική
皇民化できる
Προστακτική
皇民化しろ
Βουλητική
皇民化しよう
Υποθετική (ば)
皇民化すれば