かわむき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποφλοίωση, ξεφλούδισμα, αφαίρεση δέρματος, αφαίρεση φλοιού (καρπού ή δέντρου), απογύμνωση καλωδίου
  2. 02 αποφλοιωτής, ξεφλουδιστήρι, μαχαίρι αποφλοίωσης

Κλίση

Παρόν (απλό)
皮むきする
Παρόν (ευγενικό)
皮むきします
Άρνηση (απλή)
皮むきしない
Άρνηση (ευγενική)
皮むきしません
Παρελθόν (απλό)
皮むきした
Παρελθόν (ευγενικό)
皮むきしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
皮むきしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
皮むきしませんでした
Τε-μορφή
皮むきして
Δυνητική
皮むきできる
Προστακτική
皮むきしろ
Βουλητική
皮むきしよう
Υποθετική (ば)
皮むきすれば