にく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ειρωνεύομαι, διακωμωδώ, χλευάζω, σατιρίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
皮肉る
Παρόν (ευγενικό)
皮肉ります
Άρνηση (απλή)
皮肉らない
Άρνηση (ευγενική)
皮肉りません
Παρελθόν (απλό)
皮肉った
Παρελθόν (ευγενικό)
皮肉りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
皮肉らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
皮肉りませんでした
Τε-μορφή
皮肉って
Δυνητική
皮肉れる
Προστακτική
皮肉れ
Βουλητική
皮肉ろう
Υποθετική (ば)
皮肉れば