益する
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ωφελώ (τον κόσμο, την κοινωνία κ.λπ.), χρησιμεύω σε, παρέχω υπηρεσίες σε
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 益する
- Παρόν (ευγενικό)
- 益します
- Άρνηση (απλή)
- 益しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 益しません
- Παρελθόν (απλό)
- 益した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 益しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 益しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 益しませんでした
- Τε-μορφή
- 益して
- Δυνητική
- 益できる
- Προστακτική
- 益しろ
- Βουλητική
- 益しよう
- Υποθετική (ば)
- 益すれば
- Υποθετική (たら)
- 益したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 益したい
- Απαγορευτική (~な)
- 益するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 益しなさい
- Παθητική
- 益される
- Αιτιατική
- 益させる