Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
盗人の上前を取る
ぬすびとのうわまえをとる
盗
盗
ぬす
人
びと
の
上
うわ
前
まえ
を
取
と
る
άλλο
|
Μετάφραση από
JMdict
01
κλέβω από κλέφτη, κατακρατώ μέρος της λείας ενός κλέφτη, ανέντιμη πράξη