盗作
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 λογοκλοπή, προϊόν λογοκλοπής
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 盗作する
- Παρόν (ευγενικό)
- 盗作します
- Άρνηση (απλή)
- 盗作しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 盗作しません
- Παρελθόν (απλό)
- 盗作した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 盗作しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 盗作しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 盗作しませんでした
- Τε-μορφή
- 盗作して
- Δυνητική
- 盗作できる
- Προστακτική
- 盗作しろ
- Βουλητική
- 盗作しよう
- Υποθετική (ば)
- 盗作すれば
- Υποθετική (たら)
- 盗作したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 盗作したい
- Απαγορευτική (~な)
- 盗作するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 盗作しなさい
- Παθητική
- 盗作される
- Αιτιατική
- 盗作させる