とうちょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υποκλοπή (ηλεκτρονικής αλληλογραφίας), τηλεφωνική υποκλοπή, κοριός

Κλίση

Παρόν (απλό)
盗聴する
Παρόν (ευγενικό)
盗聴します
Άρνηση (απλή)
盗聴しない
Άρνηση (ευγενική)
盗聴しません
Παρελθόν (απλό)
盗聴した
Παρελθόν (ευγενικό)
盗聴しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
盗聴しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
盗聴しませんでした
Τε-μορφή
盗聴して
Δυνητική
盗聴できる
Προστακτική
盗聴しろ
Βουλητική
盗聴しよう
Υποθετική (ば)
盗聴すれば