さかりがつく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έρχομαι σε οίστρο, βρίσκομαι σε περίοδο ζευγαρώματος

Κλίση

Παρόν (απλό)
盛りがつく
Παρόν (ευγενικό)
盛りがつきます
Άρνηση (απλή)
盛りがつかない
Άρνηση (ευγενική)
盛りがつきません
Παρελθόν (απλό)
盛りがついた
Παρελθόν (ευγενικό)
盛りがつきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
盛りがつかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
盛りがつきませんでした
Τε-μορφή
盛りがついて
Δυνητική
盛りがつける
Προστακτική
盛りがつけ
Βουλητική
盛りがつこう
Υποθετική (ば)
盛りがつけば