めいむす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνάπτω συμμαχία

Κλίση

Παρόν (απλό)
盟を結ぶ
Παρόν (ευγενικό)
盟を結びます
Άρνηση (απλή)
盟を結ばない
Άρνηση (ευγενική)
盟を結びません
Παρελθόν (απλό)
盟を結んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
盟を結びました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
盟を結ばなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
盟を結びませんでした
Τε-μορφή
盟を結んで
Δυνητική
盟を結べる
Προστακτική
盟を結べ
Βουλητική
盟を結ぼう
Υποθετική (ば)
盟を結べば