かんしゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιμέλεια, αρχισυνταξία
  2. 02 επιβλέπων διευθυντής

Κλίση

Παρόν (απλό)
監修する
Παρόν (ευγενικό)
監修します
Άρνηση (απλή)
監修しない
Άρνηση (ευγενική)
監修しません
Παρελθόν (απλό)
監修した
Παρελθόν (ευγενικό)
監修しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
監修しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
監修しませんでした
Τε-μορφή
監修して
Δυνητική
監修できる
Προστακτική
監修しろ
Βουλητική
監修しよう
Υποθετική (ば)
監修すれば