かん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιτήρηση, εποπτεία, διοίκηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
監理する
Παρόν (ευγενικό)
監理します
Άρνηση (απλή)
監理しない
Άρνηση (ευγενική)
監理しません
Παρελθόν (απλό)
監理した
Παρελθόν (ευγενικό)
監理しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
監理しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
監理しませんでした
Τε-μορφή
監理して
Δυνητική
監理できる
Προστακτική
監理しろ
Βουλητική
監理しよう
Υποθετική (ば)
監理すれば