監理
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επιτήρηση, εποπτεία, διοίκηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 監理する
- Παρόν (ευγενικό)
- 監理します
- Άρνηση (απλή)
- 監理しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 監理しません
- Παρελθόν (απλό)
- 監理した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 監理しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 監理しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 監理しませんでした
- Τε-μορφή
- 監理して
- Δυνητική
- 監理できる
- Προστακτική
- 監理しろ
- Βουλητική
- 監理しよう
- Υποθετική (ば)
- 監理すれば
- Υποθετική (たら)
- 監理したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 監理したい
- Απαγορευτική (~な)
- 監理するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 監理しなさい
- Παθητική
- 監理される
- Αιτιατική
- 監理させる