から

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βλέπω αστεράκια (δηλαδή μετά από χτύπημα στο κεφάλι)

Κλίση

Παρόν (απλό)
目から火が出る
Παρόν (ευγενικό)
目から火が出ます
Άρνηση (απλή)
目から火が出ない
Άρνηση (ευγενική)
目から火が出ません
Παρελθόν (απλό)
目から火が出た
Παρελθόν (ευγενικό)
目から火が出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目から火が出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目から火が出ませんでした
Τε-μορφή
目から火が出て
Δυνητική
目から火が出られる
Προστακτική
目から火が出ろ
Βουλητική
目から火が出よう
Υποθετική (ば)
目から火が出れば