がくらむ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ζαλίζομαι, αποπροσανατολίζομαι
  2. 02 τυφλώνομαι (από δυνατό φως)
  3. 03 τυφλώνομαι (από απληστία, πάθος κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
目がくらむ
Παρόν (ευγενικό)
目がくらみます
Άρνηση (απλή)
目がくらまない
Άρνηση (ευγενική)
目がくらみません
Παρελθόν (απλό)
目がくらんだ
Παρελθόν (ευγενικό)
目がくらみました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目がくらまなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目がくらみませんでした
Τε-μορφή
目がくらんで
Δυνητική
目がくらめる
Προστακτική
目がくらめ
Βουλητική
目がくらもう
Υποθετική (ば)
目がくらめば