目がとまる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πέφτει το βλέμμα κάπου, ελκύεται η προσοχή κάπου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 目がとまる
- Παρόν (ευγενικό)
- 目がとまります
- Άρνηση (απλή)
- 目がとまらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 目がとまりません
- Παρελθόν (απλό)
- 目がとまった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 目がとまりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 目がとまらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 目がとまりませんでした
- Τε-μορφή
- 目がとまって
- Δυνητική
- 目がとまれる
- Προστακτική
- 目がとまれ
- Βουλητική
- 目がとまろう
- Υποθετική (ば)
- 目がとまれば
- Υποθετική (たら)
- 目がとまったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 目がとまりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 目がとまるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 目がとまりなさい
- Παθητική
- 目がとまられる
- Αιτιατική
- 目がとまらせる