がない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έχω μεγάλη αδυναμία σε κάτι, ξετρελαίνομαι για κάτι
  2. 02 δεν έχω κριτική ικανότητα, δεν έχω μάτι για κάτι, στερούμαι διορατικότητας
  3. 03 δεν έχω καμία ελπίδα (επιτυχίας)

Κλίση

Παρόν (απλό)
目がない
Παρόν (ευγενικό)
目がないです
Άρνηση (απλή)
目がなくない
Άρνηση (ευγενική)
目がなくないです
Παρελθόν (απλό)
目がなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
目がなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目がなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目がなくなかったです
Τε-μορφή
目がなくて
Υποθετική (ば)
目がなければ