める

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξυπνάω, ζωηρεύω, συνέρχομαι (π.χ. από αφηρημάδα)
  2. 02 συνειδητοποιώ (π.χ. την αλήθεια), συνέρχομαι, λογικεύομαι

Παραδείγματα

  • 朝早あさはやめました

    Ξύπνησα νωρίς το πρωί.

  • 昼寝ひるねからめて、すっきりしました。

    Ξύπνησα από τον μεσημεριανό ύπνο και ένιωσα ανανεωμένος.

  • ながあいだまよっていたが、ようやくかれまこと大切たいせつなことにめた

    Αν και ήταν χαμένος για πολύ καιρό, επιτέλους συνήλθε και συνειδητοποίησε τι ήταν πραγματικά σημαντικό.

Κλίση

Παρόν (απλό)
目が覚める
Παρόν (ευγενικό)
目が覚めます
Άρνηση (απλή)
目が覚めない
Άρνηση (ευγενική)
目が覚めません
Παρελθόν (απλό)
目が覚めた
Παρελθόν (ευγενικό)
目が覚めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目が覚めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目が覚めませんでした
Τε-μορφή
目が覚めて
Δυνητική
目が覚められる
Προστακτική
目が覚めろ
Βουλητική
目が覚めよう
Υποθετική (ば)
目が覚めれば