ざとい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οξυδερκής, παρατηρητικός
  2. 02 ελαφρύς στον ύπνο, που ξυπνά εύκολα

Κλίση

Παρόν (απλό)
目ざとい
Παρόν (ευγενικό)
目ざといです
Άρνηση (απλή)
目ざとくない
Άρνηση (ευγενική)
目ざとくないです
Παρελθόν (απλό)
目ざとかった
Παρελθόν (ευγενικό)
目ざとかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目ざとくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目ざとくなかったです
Τε-μορφή
目ざとくて
Υποθετική (ば)
目ざとければ