っかる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα εντοπίζομαι, ανακαλύπτομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
目っかる
Παρόν (ευγενικό)
目っかります
Άρνηση (απλή)
目っからない
Άρνηση (ευγενική)
目っかりません
Παρελθόν (απλό)
目っかった
Παρελθόν (ευγενικό)
目っかりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目っからなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目っかりませんでした
Τε-μορφή
目っかって
Δυνητική
目っかれる
Προστακτική
目っかれ
Βουλητική
目っかろう
Υποθετική (ば)
目っかれば