目めにあう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βιώνω (κάτι δυσάρεστο), περνάω, υφίσταμαι, υποφέρω

Παραδείγματα

  • 大変たいへんな目めに合あいました。

    Πέρασα πολύ άσχημα.

  • 失敗しっぱいして、散々さんざんな目めに合あいました。

    Έκανα ένα λάθος και υπέφερα πολύ.

  • 彼かれが裏切うらぎったせいで、私わたしたちは非常ひじょうに辛つらい目めに合あうことになった。

    Επειδή μας πρόδωσε, καταλήξαμε να περάσουμε μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
目にあう
Παρόν (ευγενικό)
目にあいます
Άρνηση (απλή)
目にあわない
Άρνηση (ευγενική)
目にあいません
Παρελθόν (απλό)
目にあった
Παρελθόν (ευγενικό)
目にあいました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目にあわなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目にあいませんでした
Τε-μορφή
目にあって
Δυνητική
目にあえる
Προστακτική
目にあえ
Βουλητική
目にあおう
Υποθετική (ば)
目にあえば