目にかかる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συναντώ (κάποιον ανώτερου αξιώματος)
- 02 αρχαϊκό αναγνωρίζομαι (ειδικά από κάποιον ανώτερου αξιώματος), γίνομαι ορατός, φαίνομαι, γίνομαι αντιληπτός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 目にかかる
- Παρόν (ευγενικό)
- 目にかかります
- Άρνηση (απλή)
- 目にかからない
- Άρνηση (ευγενική)
- 目にかかりません
- Παρελθόν (απλό)
- 目にかかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 目にかかりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 目にかからなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 目にかかりませんでした
- Τε-μορφή
- 目にかかって
- Δυνητική
- 目にかかれる
- Προστακτική
- 目にかかれ
- Βουλητική
- 目にかかろう
- Υποθετική (ば)
- 目にかかれば
- Υποθετική (たら)
- 目にかかったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 目にかかりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 目にかかるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 目にかかりなさい
- Παθητική
- 目にかかられる
- Αιτιατική
- 目にかからせる