にしみる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τσουζουν τα μάτια μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
目にしみる
Παρόν (ευγενικό)
目にしみます
Άρνηση (απλή)
目にしみない
Άρνηση (ευγενική)
目にしみません
Παρελθόν (απλό)
目にしみた
Παρελθόν (ευγενικό)
目にしみました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
目にしみなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
目にしみませんでした
Τε-μορφή
目にしみて
Δυνητική
目にしみられる
Προστακτική
目にしみろ
Βουλητική
目にしみよう
Υποθετική (ば)
目にしみれば